Σήμερα θα βγούμε,

θα πάμε για ποτό.

Έλα να τη βρούμε,

θα έχει κόσμο …«καλό».

Θα ‘ναι όλοι εκεί μαζεμένοι.

Θα ‘χουμε μια παρέα, τόσο τρελή.

Θα γελάμε σαν κλόουν πληρωμένοι.

Θα χαιρόμαστε έως το πρωί.

 

Σε λίγο όλα θα ‘χουν τελειώσει

και αυτή η μάσκα θα ‘χει λιώσει.

Και η μέρα πάλι θ’ αρχίσει,

μα εσύ φοβάσαι να ξυπνήσεις.

Πήγες ρε φίλε να διασκεδάσεις,

μα γύρισες με άδεια την καρδιά.

Είσαι σαν δέντρο διψασμένο

που αντί για νερό

του βάλανε φωτιά.

 

Αύριο θα νικήσεις.

Θα είσαι πιο δυνατός.

Θα λες πως δεν φοβάσαι κανέναν

και πως είσαι τόσο μοναδικός.

Το αγέρωχο σου βήμα

θα δείχνει σε όλους

πως δεν είσαι θύμα.

Θα είσαι χαμογελαστός,

ένας απίθανος ηθοποιός.

 

Κουρασμένος απ’ την παράσταση

δεν αντέχεις άλλο

αυτήν την κατάσταση.

Ψάχνεις μια πόρτα να ξεφύγεις,

μα όταν την βρίσκεις

αυτή πάντα κλείνει.

 

Υπάρχει μια πόρτα

που είναι ανοιχτή.

Ξέρεις όμως είναι λίγο κοντή.

Για να χωρέσεις να περάσεις

πρέπει να γίνεις πάλι

μικρός σαν παιδί.