Κάποτε σου είπα πως κρυώνω

μα ζητούσα μονάχα μια αγκαλιά για να πληγώνω.

Να νομίζω πως κρύβω της καρδιάς μου το αγκάθι

και σαν βλάκας να ελπίζω κανείς να μην το μάθει.

 

«Δεν πειράζει», μου είπες.

«Καθάρισα για σένα το βρώμικο καθρέφτη σου».

«Δεν πειράζει», μου είπες. «Είμαι εδώ».

«Δεν έπαψε η καρδιά μου για σένα να χτυπά».

«Είμαι εδώ, ήμουν πάντα εδώ, σε συγχωρώ».

 

Και να ‘μαι πάλι κουρασμένος,

στην άκρη του δρόμου βαριά φορτωμένος.

Να προσμένω «κάτι» που την τύχη μου θα αλλάξει.

Να προσμένω όλα αυτά, όλα αυτά που έχω χάσει.

 

Όμως η ώρα έχει περάσει

και οι σκιές που περίμενα τον δρόμο έχουν χάσει.

Γιατί ήρθε σαν φως, τόσο γλυκό φως η φωνή σου

να μου λέει «είμαι εδώ, θέλω να’ μαι μαζί σου».

 

«Δεν πειράζει», μου είπες.

«Καθάρισα για σένα το βρώμικο καθρέφτη».

«Δεν πειράζει», μου είπες. «Είμαι εδώ».

 

«Δεν πειράζει», μου είπες.

«Καθάρισα για πάντα τον βρώμικο καθρέφτη σου».

«Δεν πειράζει», μου είπες. «Είμαι εδώ».