Τι συμβαίνει; ..πες μου.

Πες μου τι έχει μέσα σου παγώσει

και σ’ έχει κλειδώσει, σ’ έχει καθηλώσει για καιρό.

Δεν αντέχω να βλέπω, δεν αντέχω να βλέπω

το σφιγμένο σου στόμα και αυτό το γκρι χρώμα

που επιμένει να σκεπάζει το δικό σου μικρό ουρανό.

 

Μακάρι να ‘μουν εκεί

όταν κρυβόσουνα να κλάψεις

και πνιγόσουν σε ένα «γιατί»,

όταν φοβόσουνα πως τα ‘χεις χάσει.

Μακάρι να ‘μουν εκεί

να σου ψιθύριζα «δεν πειράζει, δεν έφταιγες εσύ…»

 

Πόσες φορές πρέπει να στο πω, «δεν έφταιγες εσύ».

Ξέρω, ένιωθες μόνος, τόσο μόνος μα δεν έφταιγες εσύ.

 

Ήσουν αλλιώς, ήσουν πάντα αλλιώς,

δεν ταίριαζες, δεν κόλλαγες…

κόλλαγες και φόραγες

θλιμμένα χαμόγελα, με τόσα ονόματα

χαρούμενος, τρελός, αστείος, φρικιό.

 

Ήσουν φρικιό, ένα πανέμορφο φρικιό

με αλλόκοτη λάμψη και αμήχανη στάση.

Καθρέφτης, γυμνός, εκτεθειμένος βουβός

δινόσουνα και ας καιγόσουνα.