Στη γκρίζα παραγκούλα, κοντά στο καπηλει

ο μπάρμπα Στάθης ζούσε με το σταχτή παλτό.

Τον έλεγαν κορόιδο, τον φώναζαν κουτό

γιατί έλεγε πατέρα ότι έχει τον Θεό.

 

Τους γελούσε γλυκά και ήταν όλο χαρά.

Κι ας τού δέναν κορδέλες, σκουπίδια στο παλτό,

τους κοιτούσε λες και ήθελε να πει ευχαριστώ.

 

Πρωί κινούσε μόνος στο μεροκάματο

και βάσταγε μία τσάντα με λίγο φαγητό.

Μα τού ‘στήναν καρτέρι, του τ’ άρπαζαν κι αυτό

γιατί έλεγε πατέρα ότι έχει τον Θεό.

 

Τους γελούσε γλυκά και ήταν όλο χαρά.

Κι ας του κλείναν τον δρόμο και δίχως κολατσιό,

τους κοιτούσε λες και ήθελε να πει ευχαριστώ

 

Θυμάμαι, ήταν Πέμπτη, χειμώνας, παγωνιά

που τα παιδιά κρυφτήκαν κοντά στη ρεματιά.

Του μπέρδεψαν το πόδι, τον ρίξαν στο γκρεμό.

Στο αίμα βουτηγμένο τον βρήκαν τον φτωχό.

 

Τον είδαν άλλη μία φορά στον ουρανό,

σαν φώναξε ο Πατέρας εκείνον τον φτωχό.

Τον χάιδεψε μ’ αγάπη, τον φίλησε γλυκά

και μπροστά τους τον πήρε στη δική του την χαρά.

 

Έγειρε απαλά, στη ζεστή αγκαλιά.

Μα γύρισε πριν φύγει με βλέμμα τρυφερό.

Τι χρωστούσε να τους πει ακόμα ένα ευχαριστώ;