Ψηλός ο τοίχος, με χοντρά κάγκελα.

Αυτός ο κύκλος δεν οδηγεί πουθενά.

Θέλεις να φύγεις, να πας μακριά.

Δεν ξέρεις όμως να πετάς.

 

Αυτό το γκρίζο σε τρελαίνει ξανά.

Κλείνεις τα μάτια γιατί είναι όλα τόσο θολά,

αυτά τα μάτια που δακρύζουν στα κρυφά

σαν αντικρίζουνε πάλι αυτό το τίποτα.

 

Μα δεν το βλέπεις φαίνεται τώρα πια καθαρά,

αυτός ο τοίχος – δικό σου κατασκεύασμα.

Δεν είν’ ανάγκη να παλεύεις με τα χέρια σφιχτά.

Είναι ένα ψέμα, είναι ένα ψέμα.

Δεν είναι ανάγκη να παλεύεις με τα χέρια σφιχτά.

Δεν υπάρχει, δεν υπάρχει πια.

 

Βλέπεις τα σύννεφα που είναι πυκνά.

Ξέρεις η μπόρα, πως είναι πάλι τόσο κοντά.

Ψάχνεις για ζέστη στην παγωμένη σου καρδιά.

Σφίγγεις τα χέρια ξανά.

 

Κρύβεις την τόση της ψυχής σου μοναξιά

πίσω από ψέματα που βρήκαν καταφύγιο

μέσα στους κήπους της πλανεμένης σου καρδιάς

και του μυαλού σου που άφησες αφύλακτο.